H_eurwph_sou


Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2019
Διαδρομή: Αρχική Σελίδα » Ιστορία - Πολιτισμός »
Η Ναυτιλία των Οινουσσών
Print

       Η ναυτιλία των Οινουσσών

Σύμφωνα με μαρτυρίες οι πρώτοι κάτοικοι των Οινουσσών ήταν βοσκοί και γεωργοί από τα Καρδάμυλα, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο  «Κάστρο»,  στο  πλησιέστερο  σημείο προς την βόρεια Χίο. Με τις μικρές τους βάρκες όμως δεν εξυπηρετείτο η μεταφορά ανθρώπων και προϊόντων προς την αντικρινή ακτή των Βρουλιδιών. Υποχρεώνονται λοιπόν, να αναπτύξουν μεγαλύτερα μέσα μεταφοράς. Αυτή είναι η πρώτη εμπο­ρική δραστηριότητα των Εγνουσσιωτών. Το Μανδράκι αρχίζει να χρησιμεύει ως λιμάνι και αργότερα αποτελεί επίκεντρο της εγκατάστασης. Η πρώτη αυτή περίοδος λήγει με την καταστροφή της Χίου χο 1822. Τότε, οι Εγνουσσιώτες καταφεύγουν στις Κυκλάδες και σε άλλους τόπους της Ελλάδας.

Επιστρέφουν με την αμνηστία του 1827, ανασκουμπώνονται και αρχίζουν πλέον να ασχολούνται επαγγελματικά με το εμπό­ριο και τις μεταφορές. Με χα μικρά τους σκάφη «Λατίνια», «Τσερνίκια» και «Μπουμπάρδες» μεταφέρουν ξύλα και κάρβουνα από Άγιο Όρος, Θάσο και Σαμοθράκη, με προορισμούς τα λιμάνια της Μ. Ασίας από το Αίβαλί μέχρι το Κουσάντασι. Ο πληθυ­σμός λοιπόν στρέφεται «από τα πρόβατα στα πλοία», «/fromsheeptoships», όπως χαρακτηριστικά έγραψε ένας Άγγλος ρεπόρτερ.

Το 1849 οι Εγνουσσιώτες ναυπηγούν για πρώτη φορά πλοία δικά χους στο Πλω­μάρι μιας και δεν υπήρχαν διαθέσιμα προς πώληση. Μέσα στην επόμενη 20ετία τα πάντα αλλάζουν στις Οινούσσες. Η μικρή κοινωνία των κτηνοτρόφων και γεωργών μεταμορφωνεται σε μια δυναμική ναυτική οικογένεια που διευρύνεται συνεχώς. 20 περίπου οικογένειες καραβοκύρηδων κατέχουν ήδη το 15% της χιώτικης ναυ­τιλίας, με στόλο συνολικού εκτοπίσματος 2.000 τόνων.

Αυτή η ναυτική δραστηριότητα των Οινουσσών αποκτάει ξαφνικά έναν απρό­σμενο σύμμαχο, που αποδεικνύεται πηγή μεγάλης κερδοσκοπίας. Είναι ο Κριμαϊ­κός Πόλεμος των ετών 1853-56. Τότε οι Οινούσσιοι καραβοκύρηδες αποκομί­ζουν τεράστια κέρδη εκτελώντας μετα­φορές του Τουρκικού στρατού από τη Σμύρνη στα Δαρδανέλια.

Αναφερόμενος στην εποχή εκείνη ο Ανδρέας Συγγρός έγραφε, μεταξύ άλλων. «Κατά τον Κριμαϊκονπόλεμον εκέρδιζέν τις όσα επρόφθανεν, αρκεί να είχε ποιαν τίνα ενεργητικότητα και νοημοσύνην».

Τα κέρδη εκείνης της περιόδου αποτέλε­σαν τα πρώτα κεφάλαια για την απόκτησημεγαλύτερων σκαφών. Στις αρχές της δεκα­ετίας του 1860 χτίζονται τα πρώτα μεγάλα σκαριά στη Σύρο, Χίο και Ικαρία, με μέση χωρητικότητα 120 τόνους. Τα ταξίδια πλέον επεκτείνονται από την Μαύρη Θάλασσαμέχρι την Αίγυπτο. Το όνομα του Εγνουσσιώτη  πλοιοκτήτη,   ναυτίλου,  ναυτικού, καθιερώνεται στα ναυτιλιακά κέντρα. Οι έμποροι και ναυτιλιακοί οίκοι της εποχής τον γνωρίζουν, τον συγκατα­λέγουν στους κύκλους τους, τον περιβάλ­λουν μ' εμπιστοσύνη.

Γύρω στα τέλη του 1870 μεγαλύτερα σκάφη, «σκούνες» και «μπάρκα», χτίζονται από τους Ιταλούς της Αδριατικής. Ταξι­δεύουν σ' όλη τη Μεσόγειο, μερικές φορές και έξω από το Γιβραλτάρ, όπως ο Γιάν­νης Στ. Φράγκος, που ταξίδεψε στη Σιέρρα Λεόνε, της δυτικής αφρικανικής ακτής. Το 1890 ο Κ. Ι. Χατζηπατέρας ανέφερε, ότι «η Εγνούσσα ήτο η μεγαλύτερα μαρίνα των μερών μας. Είχομεν αγοράσει σχεδόν όλα τα  ιστιοφόρα της Ελλάδος και όλοι οι κάτοικοι εζούσαν ευτυχισμένοι. Ήσαν άνθρωποι εργα­τικοί, είχον το πλεονέκτημα της αλληλοβοή­θειας, ήσαν οικονόμοι και ως επί το πλείστον ηθικοί».

Ήδη όμως από το 1900 αρχίζει η παρακμή της ιστιοφόρου και η ανάπτυξη της ατμήλατης ναυτιλίας. Τα χαλύβδινα ατμοκίνητα σκάφη εκτοπίζουν όλο και περισσότερο τα ξύλινα με πανιά. Γράφει ο Α. Λαιμός στο «Χρονικό των Οινουσσών»; «Το 1900 με την αγορά του πρώτον βαποριού αρχίζει η νεκρόσιμος ακολουθία της ιστιοφόρου Εγνουσσιώτικης ναυτιλίας και βάλλονται τα εισόδια της βαπορίσιας».

Ο Α'. Παγκόσμιος Πόλεμος βρίσκει την Εγνούσσα με στόλο 10 βαποριών χωρητι­κότητας 3.500-4.500 τόνων. Οι αντίξοες όμως συνθήκες του πολέμου αναγκάζουν τους πλοιοκτήτες να τα πουλήσουν ακόμα και με ζημιά.

Το 1923 νέα περίοδος αρχίζει με την εξόρμηση στην αγορά του Λονδίνου. Οι Εγνουσσιώτες αγοράζουν μεταχειρισμένα πλοία και τα μεταμορφώνουν σε καινούρ­για. Ο Α. Λαιμός αναφέρει τα παρακάτω πολύ σημαντικά-. «Οι όροι εργασίας σταΕγνουσσιώτικα βαπόρια κατά την περίο-δον αυτήν ερυθμίζοντο από έναν άγραφον κανονισμόν αμοιβαίας φιλοτιμίας πλοι­άρχων, συνιδιοκτητών και πληρωμάτων. Κατά την περίοδον της ιστορικής ναυτιλι­ακής κρίσεως 1927-1933 με μισθούς κείνης αντεπεξήλθον νικηφόρως και εκράτησαν τα καράβια εις τα χέρια των, ώστε να πέσουν σε καλύτερες εποχές».

Κατά τον Β'. Παγκόσμιο Πόλεμο η Εγνουσσιώχικη ναυτιλία έχει μεγάλο αριθμό πλοίων, παλιών μεν, αλλά με μέση χωρητι­κότητα 8.000 τόνων. Η πλειονότητα αυτών των πλοίων χάνεται κυρίως στον Ατλα­ντικό, συμμετέχοντας σε συμμαχικές νηο­πομπές. Έτσι η αποκατάσταση της παγκό­σμιας ειρήνης βρίσκει με ελάχιστα πλοία το νησί. Τότε όμως η Ελληνική κυβέρνηση και οι Έλληνες εφοπλιστές, από κοινού, κατα­φέρνουν να εξασφαλίσουν από την Αμε­ρική, με πολύ ευνοϊκούς όρους, 100 πλοία τύπου «Λιμπερτι», σε αναπλήρωση όσων χάθηκαν στον πόλεμο. Στους Εγνουσσιώτες παραδίδονται 14 πλοία πολλοί όμως, αν και είχαν χάσει βαπόρι στον πόλεμο, παραμε­ρίστηκαν στη διανομή.

Τα μεταπολεμικά χρόνια  είναι πολύκερδοφόρα για την ναυτιλία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ο Οινουσσιακός στό­λος φτάνει τα 150 πλοία, αριθμός που, σε σύγκριση με τον πληθυσμό και το μέγε­θος του νησιού, κατατάσσουν τις Οινούσ­σες στην κορυφή της παγκόσμιας ναυτι­λίας. Σήμερα ο αριθμός των πλοίων έχει μειωθεί σημαντικά κι αυτό δεν οφείλε­ται τόσο στην αδράνεια των διαδόχων των εφοπλιστών της προηγούμενης γενιάς, όσο στη στροφή τους σε άλλους πόλους πλου­τισμού.

Ιστορική αναδρομή
Print

Ιστορική αναδρομή

Τούτη η σπιθαμή γης, το «πετροκάραβο του Αιγαίου», όπως χαρακτηριστικά ονομάζουν πολλοί τις Οινούσσες, αν και μικρή στο μέγεθος, έτυχε από αρχαιοτάτων χρόνων της προσοχής κυρίως των γειτονικών της παραλίων, της Χίου και της Μικράς Ασίας, αλλά και ολόκληρης της Ελλάδος. Χάρη στην θέση τους στον θαλασσινό σταυροδρόμι μεταξύ Ελλάδος – Μικράς Ασίας αλλά και Νοτίου Αιγαίου – Στενών του Βοσπόρου, ήταν γνωστές και εξέχουσας σημασίας στην αρχαιότητα. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που βρίσκουμε αναφορές στο νησιωτικό αυτό σύμπλεγμα σε αρχαία κείμενα.

Πιο συγκεκριμένα, οι ιστορικές πηγές ξεκινούν από τον Εκαταίο τον Μιλήσιο (περίπου 540 π.Χ.-470 π.Χ.) στον άτλαντά του για την Ευρώπη με τίτλο «Περιήγησις Ευρώπης, Περίοδοι Γής», όπως μας παραδίδει ο Στέφανος Βυζάντιος (περίπου τέλη 5ου αι. μ.Χ. – μέσα 6ου αι. μ.Χ.): «Οἰνοῦσσαι. Νῆσοι τῇ Χίῳ προσεχεῖς. Τό ἐθνικόν Οἰνούσσιος ἤ Οἰνουσσαῖος.» (Οινούσσες. Νησιά κοντά στην Χίο. Το εθνικό Οινούσσιος ή Οινουσσαίος».

Στην συνέχεια, αναφορές απαντώνται και σε άλλους αρχαίους Έλληνες και Λατίνους συγγραφείς, ιστορικούς κ.α., όπως:

  • Ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι οι Φωκαείς λίγο πριν την κατάληψη της Φώκαιας από τον Κύρο, έστειλαν πρέσβεις στην Χίο ζητώντας να αγοράσουν τις Οινούσσες, προκειμένου τα νησιά να αποτελέσουν την νέα τους πατρίδα. Οι Χίοι αρνήθηκαν για εμπορικούς λόγους, αλλά και πιθανόν ένεκα της γεωστρατηγικής θέσεως των νησιών. Συγκεκριμένα διαβάζουμε στο Α' Βιβλίο, 165-166,  “...Χίοι τὰς νήσους τὰς Οἰνούσσας καλεομένας οὐκ ἐβούλοντο ὠνεομένοισι πωλέειν,..” («...οι Χίοι δεν ήθελαν να πουλήσουν τα νησιά, τα οποία ονομάζονταν Οινούσσες σε εκείνους, οι οποίοι ήθελαν να τα αγοράσουν...»).
  • “Λέων καὶ Διομέδων...ἐκ τὲ Οἰνουσσῶν τῶν πρὸ Χίου νήσων... ὁρμώμενοι τὸν πρὸς τοὺς Χίους πόλεμον ἀπὸ τῶν νεῶν ἐποιοῦντο.”
    («Ο Λέων και ο Διομέδων....έχοντας σαν ορμητήριο τα νησιά Οινούσσες κοντά στην Χίο, μάχονταν από τα πλοία ενάντια στους Χίους») γράφει ο Θουκυδίδης στο έργο του Ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, Η’ 24.
  • Ο Λατίνος Πλίνιος ο Νεότερος στο βιβλίο του Naturalis Historia 5, 137 σημειώνει “Οἰνοῦσα μετὰ πόλεως” (Oenusa, cumoppido).
  • Στις πράξεις Αποστόλων και στο Κεφάλαιο Κ΄,15, όπου αναφέρεται στο ταξίδι του Αποστόλου Παύλου από την Τρωάδα μέχρι την Μίλητο, διαβάζουμε:  “κακεῖθεν ἀποπλεύσαντες τῇ ἐπιούσῃ καταντήσαμεν ἀντικρὺ Χίου” («και από εκεί αφού αποπλεύσαμε, την επομένη φθάσαμε απέναντι από την Χίο») .Εξ’ αυτού συνάγεται ότι ο Παύλος “έπιασε”, κατά τη γλώσσα των ναυτικών, λιμάνι στις Οινούσσες.

 Τους επόμενους αιώνες οι Οινούσσες πρέ­πει να ακολούθησαν την τύχη της γειτο­νικής Χίου, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν συγκεκριμένες ιστορικές αναφορές.

Tο 1566 τα νησιά καταλαμβάνοται μαζί με την Χίο από τον Τούρκο ναύαρχο Πιαλή πασά.Μεγάλη δράση στην περιοχή των Οινουσσών παρατηρείται τα έτη 1694-1695  από τον βενετικό στόλο κατά την διάρκεια  του τελευταίου βενετοτουρκικού πολέμου και το 1770 από τον ρωσικό στόλο κατά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο.

Κατά την διάρκεια του 17ου αιώνα, η προφορική παράδοση αναφέρει ότι τα νησιά κατοικούνταν περιστασιακά από  Καρδαμυλίτες βοσκούς, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν πλέον μόνιμα εκεί τον 18ο αιώνα, δημιουργώντας τον πρώτο οικισμό στην θέση «Κάστρο».

 Τον 19ο αιώνα ο οικισμός επεκτάθηκε ανατολικότερα, στο «Μανδράκι», και κτίσθηκαν το νεκροταφείο της  Αγίας Παρασκευής και η  εκκλησία του Αγίου Νικολάου,  στο μέρος όπου βρίσκεται και σήμερα ο καθεδρικός ναός του νησιού.

Η κοινότητα οργανώθηκε και οι κάτοικοι εξέλεξαν τοπικούς άρχοντες..
Μετά την καταστροφή της Χίου (1822), πολλοί Οινουσσιώτες εγκατέλειψαν το νησί τους καταφεύγοντας σε απελευθερωμένες περιοχές και ήρθαν σε επαφή με τα θαλάσσια επαγγέλματα. Έτσι, όταν το 1829 επέστρεψαν στην πατρίδα τους, οι Οινουσσιώτες εργάστηκαν σε Χιώτικα ιστιοφόρα.

Σταθμός  όμως της Οινουσσιώτικης ναυτιλίας θεωρούνται τα χρόνια
του Κριμαϊκού πολέμου 1853-185,  οπότε οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολήθηκαν με την ιστιοφόρο ναυτιλία. Η έκδηλη αγάπη για την θάλασσα, καθώς και η έντονη αλληλοβοήθεια που ανέπτυξαν οι οικογένειες των Οινουσσών συνέβαλλαν στη μεγάλη ακμή του νησιού. Έχτισαν πλοία και επέκτειναν τις δραστηριότητες τους  από την ανατολική μέχρι την την δυτική Μεσόγειο.

Στις 11/11/1912 τερματίζεται επίσημα η τουρκική κυριαρχία στις Οινούσσες και την γειτονική Χίο.  Το  1914, κατά την διάρκεια του πρώτου διωγμού, πολλοί Μικρασιάτες, κυρίως από τους οικισμούς της απέναντι Ερυθραίας, ήλθαν στις Οινούσσες  μέχρι τον επαναπατρισμό τους το 1918-1919. Δυστυχώς όμως  το  1922, με την Μικρασιατική Καταστροφή, μεγάλος αριθμός προσφύγων ξεριζώθηκε οριστικά και εγκαταστάθηκε στο νησί.

Οι Μικρασιάτες κατόρθωσαν να χτίσουν από την αρχή την ζωή και τα όνειρά τους στην νέα τους πατρίδα. Εργάσθηκαν σκληρά και άοκνα, συνεισφέροντας στην ναυτιλία, στην οικονομική ανάπτυξη και στον τρόπο λαϊκό πολιτισμό των Οινουσσών. Η παρουσία τους ήταν δε εξαιρετικά σημαντική, καθώς συνέβαλαν στην κατακόρυφη αύξηση του πληθυσμού, γεγονός το οποίο συνετέλεσε στο να αποφύγουν οι Οινούσσες τον μαρασμό.  Το 1928 ο πληθυσμός  ανερχόταν σε 2.500 κατοίκους.
 

Το 1941 οι Γερμανοί κατέλαβαν το νησί και η κατοχή, όπως και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, προκάλεσε σοβαρά προβλήματα στους κατοίκους. Οι συνθήκες βελτιώθηκαν αργότερα με τη φροντίδα εύπορων Οινουσσίων που διέμεναν στο Λονδίνο και στην Αθήνα. Μετά την απελευθέρωση παρατηρήθηκε μεταναστευτικό ρεύμα προς την πρωτεύουσα.  


 Η οινουσσιώτικη ναυτιλία, παρά τις καταστροφές   που   είχε   υποστεί κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ανασυγκροτήθηκε γρήγορα. Οι Οινούσσιοι αγόρασαν πολλά μεταχειρισμένα πλοία και παράλληλα ναυπήγησαν και άλλα.  Το 1954 ιδρύθηκε το Ναυτικό Γυμνάσιο, το οποίο συνέβαλε και στην συγκράτηση του πληθυσμού και στην αναβάθμιση της παιδείας... Στην παραμονή των κατοίκων στη γενέτειρα τους συνέβαλαν επίσης τα κοινωφελή έργα που έγιναν με χορηγίες Οινουσσίων της Αγγλίας και των ΗΠΑ και η βοήθεια που δινόταν σε άπορους από οινουσσιώτικους φορείς του Λονδίνου και των Αθηνών.

Το 1974 υπήρξε καθοριστικό έτος για το νησί, καθώς, έπειτα από την Τουρική εισβολή στην Κύπρο, πολλοί από τους κατοίκους των Οινουσσών, εγκατέλειψαν τα πάτρια εδάφη, φοβούμενοι τυχόν παρόμοια γεγονότα. Ωστόσο, κάποιοι επέστρεψαν λίγα χρόνια αργότερα στις εστίες τους.

Σήμερα, η φυσιογνωμία του ακριτικού νησιωτικού συμπλέγματος έχει αλλάξει άρδην. Ο οικισμός στο «Μανδράκι» έχει χαρακτηρισθεί παραδοσιακός και πολλοί Εγνουσσιώτες ανακατασκευάζουν τα σπίτια τους με βάση την οικιστική και αρχιτεκτονική παράδοση του νησιού. Επιπλέον, ολόκληρο το σύμπλεγμα των νησιών έχει ενταχθεί στο περιβαλλοντικό δίκτυο προστασίας «NATURA 2000», ως ιδιαιτέρου κάλλους. Επακόλουθο των έργων υποδομής (λιμάνι, αφαλάτωση, δίκτυα ύδρευσης-αποχέτευσης, ανακατασκευή μαθητικού Οικοτροφείου κ.α.), τα οποία έχουν πραγματοποιηθεί την τελευταία δεκαετία, αποτελεί η αύξηση του πληθυσμού του νησιού, η συνεχής αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των μονίμων κατοίκων και η βελτίωση των παρεχομένων υπηρεσιών στους  επισκέπτες.

 

 

 

 

Ιστορική αναδρομή
Print

Ιστορική Αναδρομή

Σύμφωνα με τον ιστορικό Γεώργιο Ζολώτα, «Οινούσσαι είναι το παλαιότα-τον των νήσων τούτων όνομα, Οινουσσαίος δε ή Οινούσσιος ο κάτοικος. Και το παλαιότατον όνομα Οινούσσαι προδίδει την πλουσίαν και εξαίρετον οινοπαραγωγήν».

First Previous  Εμφάνισε 1 από 2 σελίδες   Next Last